- πολυβήματος
- πολυ-βήματος, viele Schritte machend
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
πολυβημάτου — πολυβήματος taking many steps masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)